Απόσπασμα 1ο

            «Στην αρχή ήταν το σκοτάδι… ένας απέραντος χώρος γεμάτος σπατάλη από τίποτα. Χωρίς χρώμα. Ένα ατελείωτο κενό. Οι μήνες πέρναγαν και διαδέχονταν τα χρόνια. Τα χρόνια τις δεκαετίες και οι δεκαετίες τους αιώνες σε έναν ατέρμονο κύκλο δίχως αρχή, μέση και τέλος. Σε μία αιωνιότητα. Το τίποτα έγινε μία μαύρη ύλη πετρώδης και σκληρή, όσο το σκληρότερο ατσάλι, που έσπασε στα δύο από μία λάμψη τόσο φωτεινή όσο και το σκοτάδι που κυβερνούσε. Έτσι ξαφνικά, εμφανίστηκε ένας ανεμοστρόβιλος σα μία μαύρη τρύπα που περιβαλλόταν από ένα δακτυλίδι φωτιάς και ρούφαγε σιγά-σιγά τα σύννεφα της μαύρης ύλης αφήνοντας στη θέση τους καθαρό, άπλετο φως και γαλάζιο ουρανό. Άσπρα σύννεφα που έφεραν βροχή δημιουργώντας θάλασσες, λίμνες και ποτάμια. Κεραυνοί ξεπετάχτηκαν μέσα από την καρδιά της μαύρης τρύπας σπάζοντας την πέτρα σε ακόμη μικρότερα κομμάτια δημιουργώντας χώρες. Δάση φύτρωσαν πάνω τους και πλάσματα κατέκλυσαν τις ακτές. Κανείς δεν γνωρίζει αν όλα αυτά δημιουργήθηκαν ή πέρασαν μέσα από τη μαύρη τρύπα, από μία άλλη διάσταση. Το μόνο που ήταν σίγουρο ήταν πως όλα αυτά δεν ήρθαν μόνα τους. Κάποια άυλη μορφή, ένα χέρι έμοιαζε να χαϊδεύει από ψηλά το νέο αυτό κόσμο που αργότερα οι κάτοικοί της ονόμασαν Σελέζνια.

            Η ζωή κυλούσε υπό την μεγαλόψυχη σκέπη του θεού Γκάαλ χαρίζοντας στους κάτοικους και σε όλα τα πλάσματα καλή τύχη και αφθονία στα αγαθά που προέρχονταν από γη, ουρανό και θάλασσα και, μέσα από αυτά, το δικαίωμα για τη συνέχεια της ζωής ζητώντας τίποτα σαν αντάλλαγμα.

            Όμως όπου υπάρχει δράση, υπάρχει και αντίδραση. Και για να υπάρχει φως πρέπει να έχει προϋπάρξει σκοτάδι. Έτσι δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτή τη λεπτή γραμμή της ισορροπίας και η Σελέζνια. Ο θεός Γκάαλ δεν ήταν μόνος. Κάτι παραμόνευε στα σκοτάδια. Τα πρώτα σημάδια έκαναν την εμφάνισή τους μέσα από τους Ράτζια. Μία αίρεση, όπως πολλοί τους κατηγόρησαν, που υπήρχε από τις πρώτες ακτίνες ήλιου που έλουσαν τις καταπράσινες πεδιάδες του νέου αυτού πλανήτη. Έτσι το πρώτο σπασμένο «δόντι γραναζιού» ήρθε να πάρει τη θέση του και να χαλάσει την ομαλή λειτουργία αυτού του καλοκουρδισμένου «ρολογιού» με το όνομα Σελέζνια. Οι πρώτες εμφύλιες διαμάχες είχαν ήδη ξεκινήσει με τους Ράτζια να κερδίζουν ολοένα και περισσότερους πιστούς. Οπαδούς και φανατικούς. Άτομα πωρωμένα που τους υποσχέθηκε ψεύτικη βασιλεία, πλούτη και δόξα. Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός. Ίσως κάποιες γενιές να πέρασαν και το μεγαλύτερο τμήμα της πλέον κυβερνιόταν από διαφθορά. Από ανθρώπους που ήταν μεθυσμένοι με την εξουσία και διψασμένοι για τον απόλυτο έλεγχο της Σελέζνια. Άνθρωποι με παρωπίδες που στο όνομά του θεού τους διέπρατταν τα χειρότερα εγκλήματα και όποιον στεκόταν εμπόδιο στα μεγαλεπήβολα σχέδιά τους. Και το όνομα αυτού…; Μπάλοθ. Οι Ράτζια είχαν πια ολοκάθαρα κερδίσει το παιχνίδι και σαν μάστιγα που εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα προσηλύτιζαν όσους βρίσκονταν στο διάβα τους και ακόμη παραπέρα. Ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλου και κοινωνικής τάξης. Ακόμη και μάνες έταζαν τα αγέννητα παιδιά τους σε αυτό τον αιμοβόρο θεό που απαιτούσε αίμα σαν αντάλλαγμα. Παράνοια. Όσοι αντιστέκονταν, θανατώνονταν ή σκλαβώνονταν υπομένοντας σκληρή πείνα, δυστυχία και απόλυτη υποταγή στα θελήματα τους. Όσοι κατάφερναν να ξεφύγουν, αυτοεξορίζονταν σε τόπους άγονους και επικίνδυνους. Σε τόπους σκοτεινούς που μέσα στις σκιές τους κρύβονταν πλάσματα που στοίχειωναν τους πιο τρομακτικούς τους εφιάλτες. Πλάσματα που κανείς δεν ήθελε να συναντήσει ποτέ του και ακούγονταν μόνο στις ιστορίες τρόμου γύρω από τη φωτιά.

            Ο θεός Γκάαλ έβλεπε και παρατηρούσε. Ποτέ δεν επενέβαινε. Δεν είχε εγκαταλείψει τους ανθρώπους του γιατί παρόλα όσα συνέβαιναν είχε μία βαθιά πίστη πως ο άνθρωπός του κάποια στιγμή θα έβρισκε τον σωστό δρόμο. Μάταια όμως. Αυτή η στιγμή δεν ήρθε ποτέ…

            Το τέλος ήταν κοντά και οι Ράτζια ανέμεναν τη στιγμή που επιτέλους ο θεός Μπάλοθ θα εκπλήρωνε όλα όσα τους είχε υποσχεθεί. Ένα πράγμα που οι άνθρωποί του είχαν ήδη καταφέρει συντάσσοντας ολόκληρες στρατιές και υποτάσσοντας όλα τα βασίλεια της Σελέζνιας. Τώρα πια το λάβαρο του τερατόμορφου θεού υψωνόταν μέσα σε κάθε βασίλειο και στην υψηλότερη κορυφή του υψηλότερου πύργου του. Αυτός ο θεός λοιπόν δεν θα μπορούσε να δώσει τίποτα παραπάνω πέρα από το υψηλότερο αγαθό που αναζητούσαν τόσα χρόνια οι υπήκοοί του. Την αθανασία. Έτσι λοιπόν τα χρόνια περνούσαν και οι Ράτζια έγιναν οι Ράτζια οι πρεσβύτεροι ή αρχαίοι Ράτζια· οι επικεφαλείς, οι διοικητές των στρατιών – οι εκλεκτοί που κάποια μέρα θα αντίκριζαν αυτόν που με τη βοήθειά του κατάφεραν να υποτάξουν όλη τη Σελέζνια. Και ο καιρός έφτασε. Τίποτα όμως δεν τους είχε προετοιμάσει για αυτό που επρόκειτο να συναντήσουν…

            Και η βασιλεία του θεού Μπάλοθ ήταν πια γεγονός. Ο εκθρονισμένος Γκάαλ ήταν βαθιά ηττημένος. Κανείς δεν τον αναγνώριζε. Κανείς δεν τον θυμόταν. Η απληστία και η ακολασία είχε ριζώσει βαθιά μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Όλοι τελούσαν υπό τις διαταγές των αρχαίων Ράτζια και αυτοί υπό τις διαταγές του θεού Μπάλοθ. Έτσι ένα δάκρυ κύλησε από τις άκρες των ματιών του καλού και ευγενικού, μα ξεχασμένου, θεού Γκάαλ. Ένα δάκρυ που κύλησε και χάθηκε μέσα στην πιο βαθιά θάλασσα της Σελέζνια. Μέσα από τον πόνο που έκρυβε αυτό το δάκρυ αναδύθηκε ένα πλάσμα τόσο θεϊκά δυνατό όσο και ο θεός που το δημιούργησε. Το πλάσμα αυτό ήταν η Χίδηρα. Ανεξέλεγκτο και διψασμένο για δικαιοσύνη. Ένας δράκος που σκορπούσε φλόγες εκατοντάδων μέτρων καίγοντας με την πύρινή του ανάσα ορδές χιλιάδων βαρβάρων. Γρήγορος σαν αστραπή. Κάλυπτε αποστάσεις από τη μία μεριά του ορίζοντα έως την άλλη μέσα σε ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού. Νύχια και λέπια ατσάλινα και κοφτερά σαν ακονισμένα διαμάντια που σύνθλιβαν τα ισχυρότερα οχυρά μόνο με ένα πιάσιμο από τα πόδια του. Έτσι η Χίδηρα άρχισε να απλώνεται σαν κατάρα πάνω στα στρατεύματα του θεού Μπάλοθ σβήνοντας, σαν μαύρη σκιά που σκεπάζει τον ήλιο, την ύπαρξη τους. Ο αποδεκατισμός τους ήταν προδιαγεγραμμένος και μη αναστρέψιμος.

            Όμως ένας θεός σαν τον Μπάλοθ δεν θα δεχόταν ποτέ μία ήττα τόσο τραγική. Είχε έρθει η ώρα να βγάλει και αυτός τον κρυμμένο άσσο από το μανίκι λέγοντας την τελευταία του κουβέντα. Έτσι φτιαγμένος από φωτιά και ατσάλι γεννήθηκε ο Νέκραταλ. Και μέσα στις φλέβες του κυλούσε λίγο από το αίμα του αφέντη του. Ένας ιπτάμενος δαίμονας μαύρος και κόκκινος σα σκοτωμένο αίμα. Η μάχη ήταν αναπόφευκτη. Τα τέρατα συγκρούστηκαν, δημιουργώντας μία πύρινη λαίλαπα που κατάπιε πολλά δάση στο πέρασμά της και ισοπέδωσε άλλα τόσα βουνά. Η μάχη διήρκεσε αρκετές μέρες σκορπίζοντας τον όλεθρο και προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερες καταστροφές από αυτές που θα δημιουργούσε μόνη της η Χίδηρα. Κι όμως κανένα πλάσμα δεν εγκατέλειπε. Και κανένας από τους δύο θεούς πια δεν μπορούσε να καταστρέψει τα δύο αυτά πλάσματα που τα είχαν προικίσει με τις δυνάμεις τους. Έτσι οι δύο τους ήρθαν σε μία κοινή συμφωνία. Να δημιουργήσουν από την αρχή τη Σελέζνια.

            Σύμφωνα λοιπόν με τους μύθους και τις γραφές, αλλεπάλληλα ακραία καταστροφικά καιρικά φαινόμενα την έπληξαν. Τεράστιες θαλάσσιες ωδίνες που στο ξέσπασμα τους κατάπιαν και εξαφάνισαν ηπείρους. Πελώρια κύματα που κάλυψαν και τις υψηλότερες βουνοκορφές. Κεραυνοί, βροχές και χαλάζι από τεράστιες πύρινες σφαίρες. Ασταμάτητες καταιγίδες καταστροφής. Πλημμύρες, τυφώνες, ηφαίστεια και σεισμοί προκάλεσαν ριζική γεωγραφική αναδιαμόρφωση. Το τέλος ήταν σίγουρο. Προδιαγεγραμμένο. Μη αναστρέψιμο και τίποτα πια δεν θύμιζε πως κάπου, ή κάποτε υπήρξε ζωή. Κι όμως… ο πονηρός θεός έπαιζε ακόμη το παιχνίδι του. Όλα πήγαιναν βάση ενός καλοστημένου σχεδίου. Αν και τα δύο πλάσματα είχαν χαθεί, μαζί και τα υπόλοιπα που είχε δημιουργήσει ο Μπάλοθ, είχε μείνει ακόμη μία ομάδα ανθρώπων. Οι αρχαίοι Ράτζια, προικισμένοι με αιώνια ζωή και μαγικές δυνάμεις μα καταραμένοι και καταδικασμένοι σε βαθύ σκοτάδι. Τυφλοί καθώς είχαν βγάλει τα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια από την παράνοια που τους κυρίευσε αντικρίζοντας την απόκοσμη και φρικιαστική παρουσία του θεού τους όταν εμφανίστηκε μπροστά τους κατά την αποκάλυψή του.

            Τα χρόνια πέρασαν και η δημιουργία άρχισε από την αρχή όπως και την προηγούμενη φορά. Έτσι ξεκίνησε μία εποχή που κληροδοτούσε την ειρήνη και την ευημερία στην Νέα πλέον Σελέζνια. Μία εποχή όπου η μεγαλοκαρδία και η μεγαλοψυχία προσφέρονταν απλόχερα από όλους σε όλους. Μόνο που αυτή τη φορά ο Μπάλοθ ήταν πιο έτοιμος αφού οι αρχαίοι Ράτζια μεγάλωναν ήδη τον σπόρο του, τον καβαλάρη που θα έβρισκε τη μαγική σφαίρα της Ικχθίλιον. Μια σφαίρα που θα έδειχνε το μονοπάτι που βρίσκεται θαμμένος ο Νέκραταλ ώστε να αναγεννηθεί ξανά. Οι αιώνες διαδέχονταν ο ένας τον άλλον και οι αιρετικοί υπήκοοι του δυνάμωναν σαν άγριο παλιρροιακό κύμα που ετοιμάζεται να διαταράξει τα ήρεμα νερά σε μία θάλασσα δίχως αέρα…»


Κεντρική σελίδα βιβλίου