Απόσπασμα 2ο

«Πατέρα…» αναφώνησε η Έλεντιν. «Πόσο χαίρομαι που είσαι καλά…» τελείωσε τη φράση ο Βελόρεν. «Έλα όμως. Ακολουθήστε με.» είπε και άνοιξε την πόρτα σιγά-σιγά, αυτήν τη φορά. Πρώτα έβγαλε έξω το κεφάλι του και μόλις είδε το τοπίο ελεύθερο έδωσε τα σύνθημα για να κάνουν όλοι μία γρήγορη βουτιά πάνω από τον φράκτη που θα κατέληγε σε μία πλαγιά με ένα κρυφό μονοπάτι στο τέλος της. Όλοι έπεσαν ατσούμπαλα κάνοντας κουτρουβάλες στο κατέβασμα του λόφου. Μόνο η έγκυος γυναίκα του, έκανε το ένα βήμα μετά το άλλο με απόλυτη προσοχή. Μία απρόσεχτη κίνηση θα μπορούσε να φανεί μοιραία και για το παιδί της αλλά και για τον ίδιο της τον εαυτό. Έτσι ο Βελόρεν τη βοηθούσε. Όχι γιατί έπρεπε. Αλλά γιατί το ήθελε. Αφού έφτασαν στο τέλος της πλαγιάς μπόρεσαν να κινηθούν με μεγάλη ευκολία. Ήταν ένα σημείο που δεν το είχαν δει πολλά μάτια. Η τέλεια κρυψώνα. Πήραν το μονοπάτι στο τέλος της πλαγιάς που στρούφιζε με εξαιρετικά αποπροσανατολιστικό τρόπο μπερδεύοντας το μπρός με το πίσω και το δεξιά με το αριστερά. Την αρχή με το τέλος. Και σα να μην έφτανε αυτό στο τέλος ανέβαινες έναν κορμό δέντρου που κατέληγε σε μία στενή σπηλιά πάνω σε ένα ύψωμα πίσω από κάτι πυκνούς θάμνους. Πίσω από κάποιες φτέρες που κρέμονταν. Η τέλεια κρυψώνα. Έμειναν έκπληκτοι με αυτό το μέρος. Δεν είχαν φανταστεί ποτέ ότι η φύση θα μπορούσε να φτιάξει μία τόσο τέλεια κάλυψη-απόκρυψη.

«Εδώ κρυβόμουν σα μικρό παιδί από εσάς. Και να που τα έφερε έτσι η ζωή…» και σταμάτησε τις κουβέντες του σκύβοντας το κεφάλι. «Τι ειρωνεία…;» ψιθύρισε και τους τακτοποίησε μέσα στη σπηλιά. «Ήρθε η ώρα να πηγαίνω όμως…»

«Όχι… πού πας; Θα σκοτωθείς.»

«Τόσα χρόνια εσείς με προστατεύατε. Τώρα ήρθε η δική μου η ώρα να σας προστατεύσω. Δεν μπορώ να κάτσω εδώ ενώ τα αδέλφια μου σκοτώνονται.»

Ο πατέρας ήταν άνθρωπος που ήξερε από τιμή και κατανοούσε αυτά τα θέματα. Του έγνευσε θετικά. «Το μικρό μας το αγόρι… έγινε πια άντρας» μονολόγησε ενώ του έπιασε το χέρι ανάμεσα στα δικά του. «Γιε μου… πριν φύγεις θα ήθελα να πάρεις αυτό.» έβγαλε μέσα από τον σάκο του μία θήκη σκονισμένη. Πάνω της είχε κάποια θολά διαμάντια και πράσινα, κόκκινα και μπλε πετράδια. «Ήθελα να σου το δώσω μόλις τελείωνες την εκπαίδευσή σου, αλλά βλέπεις… τα πράγματα ήρθαν αλλιώς.» ο Βελόρεν το κοίταξε και δεν πίστευε στα μάτια του.

Το πρώτο μου ξίφος… σκέφτηκε. «Είναι τόσο όμορφο…» απάντησε και τράβηξε την ατσαλένια λεπίδα που γυάλιζε στο φως του φεγγαριού. Ήταν τόσο λεία και δυνατή. Πάνω της είχε πιο μικρά πετράδια, τα περισσότερα διαμάντια, και χαραγμένα ιερογλυφικά. Λέξεις και σχέδια. Δράκους και πολεμιστές. Με το χέρι του έτριψε καθαρίζοντας τα πετράδια που θα έπαιρνε όρκο ότι έλαμψαν για μία στιγμή. Ήταν λες και το ξίφος ξύπνησε. Ρίγος διαπέρασε το κορμί του που κατέληξε στην καρδιά. Μία ζέστη κατέκλεισε το σώμα του και ένιωσε τα χέρια του να βγάζουν σπίθες. Το φύσηξε και τα πετράδια σκούρυναν. Σα να ήταν μάτια που ξεράθηκαν ή πήραν σκόνη και ενοχλήθηκαν. Ο πατέρας του χαμογέλασε με νόημα. Τώρα πια ήταν σίγουρος πως κάτι έτρεχε με αυτό το όπλο.

«Κράτησέ το δυνατά. Τίμησέ το και δεν θα σε προδώσει. Αυτό το σπαθί ήταν του προπάππου σου. Και αυτός το είχε πάρει από τον δικό του προπάππο. Το παρελθόν του χάνεται κάπου μέσα στην ιστορία χωρίς κανείς να ξέρει ποιες δυνάμεις το σφυρηλάτησαν.» ο Βελόρεν ξανακοίταξε τα σχέδια πιο προσεκτικά αυτή τη φορά και έμεινε έκπληκτος από αυτό που συνειδητοποίησε πως είδε. «Ναι… σωστά είδες.» συνέχισε ο πατέρας του, «…το ξίφος σε είδε και με το πρώτο αίμα θα δεθεί μαζί σου…»

«Ποιο είναι το όνομα της λεπίδας;»

Ο πατέρας έσκασε ένα πνιχτό χαμόγελο σφίγγοντας τα χείλη του και κουνώντας το κεφάλι με μία απορία που φανέρωνε ανάμεικτα αισθήματα.

«Δεν ξέρω. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω. Το ξίφος επιλέγει σε ποιον θα φανερώσει το όνομά του. Εγώ δυστυχώς ή ευτυχώς δεν είχα αυτή την τύχη.»

«Ή την ατυχία…» συμπλήρωσε ο γιος του.

«Ή την ατυχία…» ακούστηκε να λέει, σαν αντίλαλος, ο πατέρας. «Εύχομαι κι εσύ να είχες την ίδια ατυχία με εμένα και να μην το μάθαινες ποτέ, αλλά πολύ φοβάμαι πως ο θεός έχει άλλα σχέδια για εσένα… και τότε… μεγάλη ευθύνη θα βαρύνει τις πλάτες σου…»

Ο Βελόρεν κοίταζε αποσβολωμένος χαϊδεύοντας την κοφτερή λεπίδα που χώθηκε για λίγο μέσα στη σάρκα του, παρόλο που το άγγιγμά του ήταν απαλό σαν αύρα από καλοκαιρινό αεράκι. «Μα δεν είμαι ξιφομάχος… δεν έχω καν ολοκληρώσει την εκπαίδευσή μου σαν ανιχνευτής. Και από όπλα έχω πολύ μικρή εμπειρία…»

«Μην ανησυχείς μικρέ. Το ξίφος αυτό δεν θα σε μάθει να ξιφομαχείς. Αλλά ούτε και να κάνεις πράγματα που ακόμη δεν γνωρίζεις. Το ξίφος αυτό απλά θα βγάλει ό,τι έχεις ήδη κρυμμένο μέσα σου. Θάρρος, κουράγιο και δύναμη.»

Ο νεαρός χωρίς να ήταν σίγουρος τι εννοεί ο πατέρας του τον ευχαρίστησε και του φίλησε το χέρι. Μετά γύρισε στη γυναίκα του.

«Θα επιστρέψω… μη φοβάσαι. Σου έδωσα μία υπόσχεση πως αύριο θα λέμε αυτό το παραμύθι στο παιδί μας. Μαζί.» τα μάτια του είχαν αρχίσει να βουρκώνουν. Αλλά δεν άφησε καμία σταγόνα να κυλίσει στα μάγουλά του. Η αδερφή και η γυναίκα του αντιθέτως έκλαιγαν με λυγμούς. Πριν φύγει ο νεαρός ακόμη ανιχνευτής φύλησε τον πατέρα του, άλλη μια φορά, στο μέτωπο και έσκυψε το κεφάλι του για να φέρει τα χείλη του στο ύψος του αριστερού του αυτιού για να του ψιθυρίσει…

«Να μου τις προσέχεις…» είπε και σηκώθηκε για να επιστρέψει στη μάχη. Ο πατέρας του όμως δεν ήθελε ακόμη να τον αφήσει να πάει. Τον κοίταζε με ένα βλέμμα που θα μπορούσε να μαρτυρήσει περισσότερα από όλα του τα λόγια μαζί.

«Όλα θα πάνε καλά. Έχε μου εμπιστοσύνη.» του είπε ξανά ο Βελόρεν. Τότε ο πατέρας του τον έπιασε από τον ώμο και τον πήρε λίγο απόμερα. Δεν ήθελε κανείς να ακούσει τις τελευταίες τους κουβέντες…

«Είναι κάτι ακόμη που θέλω να σου δώσω.» του είπε μυστικά ενώ είχε περάσει το δεξί του χέρι πάνω από το σβέρκο του κρατώντας τον μέσα στη μισή του αγκαλιά. Οι δύο άντρες στέκονταν αντικριστά και με ακουμπισμένους τους κροτάφους τους. Με μία κίνηση έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του χιτώνα που του είχε ράψει η γυναίκα του, ένα κιτρινισμένο, από την πολυκαιρία, χαρτί. Ήταν ένας μικρός τυλιγμένος πάπυρος. «Τον έχω πάντοτε μαζί μου. Τόσα χρόνια δεν τον αποχωρίστηκα ποτέ.» ο Βελόρεν προσπαθούσε να καταλάβει…

«Απόψε θέλω να κρατήσεις και αυτό το χαρτί. Θέλω να μου υποσχεθείς πως θα το φυλάξεις, και πως αν δεν τα καταφέρουμε, θα το πας στη Σμύνθη και θα το παραδώσεις εσύ ο ίδιος στον Μαρντούκ.»

«Εγώ στον Μαρντούκ…;» επανέλαβε ο Βελόρεν. «Για να του πω, τι;»

«Όταν έρθει η ώρα, θα ξέρεις. Αυτό είναι το εισιτήριό σου.»

«Δεν καταλαβαίνω τι μου λες…»

Ο πατέρας του το ξετύλιξε φανερώνοντας το περιεχόμενο του πάπυρου. Στο κέντρο του ήταν ζωγραφισμένο ένα τριαντάφυλλο που είχε ξεθωριάσει. Από το χρώμα μπορούσες να καταλάβεις πως είχαν περάσει πολλά χρόνια. «Τι είναι αυτό; Μπορείς να καταλάβεις;» τον ρώτησε.

Δαρία

«Μα, ναι… είναι μία Δαρία. Αυτά τα λουλούδια ανθίζουν μόνο στη Σμύνθη.» ήταν ένα τριαντάφυλλο που άλλαζε χρώματα κατά την διάρκεια της ημέρας. Κατακόκκινο και τρυφερό το πρωί, μαύρο και γεμάτο αγκάθια το βράδυ.

«Και αυτό εδώ λίγο πιο κάτω το βλέπεις…;» του έδειχνε με το δάκτυλο ένα σημάδι. Ο Βελόρεν έμεινε έκπληκτος όταν κατάλαβε πως αυτό το σημάδι ήταν η σφραγίδα και η υπογραφή του ίδιου του βασιλιά Μαρντούκ.

«Πού το βρήκες αυτό το χαρτί;»

«Μου το έδωσε προσωπικά ο ίδιος ο Μαρντούκ. Βλέπεις… μου χρωστάει χάρη, όπως είπε τότε.»

«Ο ίδιος ο Μαρντούκ; Χάρη;»

«Ναι. Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια και ίσως να με έχει ξεχάσει. Μα ποτέ δεν θα ξεχνούσε αυτό το χαρτί με την προσωπική του σφραγίδα και υπογραφή. Μου είχε πει πως όσα χρόνια και αν περνούσαν, πάντα θα μπορούσα να πάω να τον βρω αν είχα ανάγκη. Έτσι κι εσύ, αν κάτι πάει στραβά, μπορείς πάντα να πας και να ζητήσεις την βοήθειά του. Δεν θα σου την αρνηθεί. Θέλω λοιπόν να το πάρεις και να μην διστάσεις να το χρησιμοποιήσεις. Αυτό το χαρτί είναι το εισιτήριό σου.»

«Δεν νομίζω πως θα χρειαστεί να σπαταλήσω εγώ την χάρη που σου χρωστάει. Θα ζήσεις πολλά χρόνια ακόμη, τόσα μάλιστα που στα βαθιά γεράματα θα την αξιοποιήσεις.»

«Όχι. Θέλω να το πάρεις.» ο πατέρας του επίμεινε. «Κράτα το…» του φώναξε έντονα και του το έβαλε μέσα στην παλάμη του. Μετά την έκλεισε με τα δύο του χέρια και την έσφιξε. «Υποσχέσου πως θα ζητήσεις βοήθεια από τον ίδιο τον Μαρντούκ. Μετά από την καταστροφή της Κάντιας, δεν θα έχεις τίποτα. Θα είσαι μόνος. Εκεί θα βρεις ένα νέο σπιτικό.»

«Το μόνο σπιτικό που θέλω το έχω εδώ κοντά μου.»

«Υποσχέσου.» ο πατέρας δεν τον άφηνε να φύγει αν δεν άκουγε αυτό που ήθελε. Ο Βελόρεν έσκυψε το κεφάλι και ξεστόμισε αυτό που τόσο καρτερούσε ο πατέρας του να ακούσει…

«Το υπόσχομαι…» είπε και χάθηκε μέσα στον πυκνό θάμνο παίρνοντας το μονοπάτι για την επιστροφή. Πίσω του άφησε ελπίδες και υποσχέσεις για ένα καλύτερο αύριο.

Οι δικοί του άνθρωποι δεν το γνώριζαν αλλά εκείνο το βράδυ ο Βελόρεν πάλεψε με ανθρώπους, θεούς και δαίμονες. Το σπαθί του βγήκε από τη θήκη του και με ένα δίκιο που έπνιγε τα σωθικά του ξέσπασε σε πόλεμο πετσοκόβοντας όποιον καταπατητή έμπαινε στο διάβα του. Τη βραδιά εκείνη μεταμορφώθηκε σε ένα αιμοδιψές πλάσμα που άφησε άναυδο ακόμη και τον ίδιο. Μία πολεμική μηχανή χωρίς αισθήματα και φοβίες. Χωρίς σκέψη και αναστολές. Εκείνη τη βραδιά ήταν κάποιος άλλος που βάφτηκε κόκκινος από το αίμα του πολέμου. Και συνέχισε έτσι…


Κεντρική σελίδα βιβλίου